Από το Περιοδικό ΟΞΥΓΟΝΟ Απριλιος 1997

Η Πιο Έγχρωμη Ανάσταση

Κειμενο - Ολυμπία Βασιλείου

Φωτογραφία - Μανώλης Χιώτης

 

Κρότοι από βαρελότα, φωτιές έξω από τις εκκλησίες και πολύχρωφμα αερόστατα που ξαφνικά φωτίζουν σκηνικό πολέμου, όμως χαρακτηρίζουν μια από τις πιο όμορφες αναστάσιμες βραδιές της Ελλάδας, στο Λεωνίδιο Αρκαδίας.

 

Η Ανάσταση, στην πλειοψηφία των Ελλήνων έχει το ίδιο αναμνησιακό άρωμα. Πέρα από την ένταση του θρησκευτικού αισθήματος, οι περισσότεροι Έλληνες στον ήχο της λέξης "Ανάσταση", φέρνουμε στο μταλό τα "καλά" ρούχα που σιδέρωσε η μαμά ή η γυναίκα, τα φρεσκοβαμμένα παπούτσια, τη γρήγορη πορεία στις δώδεκα παρά τέταρτο για την εκκλησία. Ξαφνικά, φως στα χέρια, "το φως το Αληθινόν", ήχοι από καμπάνες, και αμέσως μετά, ήχοι φιλιών και κόκκινων αβγών που σπάνε. "Χριστός Ανέσγη, Αληθώς Ανέστη".

Ο μετακινούμενος πληθυσμός, δηλαδή οι ταξιδιώτες, αυτοί που κατάγονται από την επαρχία και διατηρούν ακόμη το πατρικό σπίτι, και οι φοιτητές, κάθε χρόνο μπλοκαρισμένοι από την κίνηση, εκνευρισμένοι από την ταλαιπωρία, στην πλειοψηφία σκέφτονται "και γιατί όλα αυτά";

Βέβαια στη θύμηση της Ανάστασης στα μεγάλα αστικά κέντρα, ή καλύτερα η απουσία θύμησης (καθώς στις μεγάλες πόλεις η Ανάσταση είναι ακόμη πιο άχρωμη, ως ανύπαρκτη εμπειρία), διατηρείται αρκετά η επιθυμία του ταξιδιού.

Για όλους αυτούς που έχουν τη διάθεση να ταξιδέψουν, υπάρχει ένας τόπος που αποδεδειγμένα θα τους ανταμείψει. Στον τόπο αυτό οι ντόπιοι, αλλά και οι μόνιμοι πλέον επισκέπτες, αν τους δοθεί η ευκαιρία να περιγράψουν την Ανάσταση, δε θα πουν τίποτα αναμενόμενο.

Μόλις 220 χλμ. από την Αθήνα, στην παραλιακή Αρκαδία (ναι, η Αρκαδία δεν Εχει μόνο βουνά), βρίσκεται μια από τις πιο παλιές ναυτικές πολιτείες της χώρας, το Λεωνίδιο. Άλλωστε αναφερθήκαμε εκτενέστατα στο προηγούμενο τεύχος του Οξυγονο. Το Λεωνίδιο ανήκει σε εκείνα ταμέρη, όπου γίνεται αμέσως αντιληπτή η ύπαρξη της μεγάλης ιστορίας και παράδοσής τους.

Ο εορτασμός της Ανάστασης είναι για τους Λεωνιδιώτες το χαρακτηριστικότερο ίσως από τα ήθη και τα έθιμα που διατηρούν. Μήνες πριν, η μεγάλη συνωμοσία αρχίζει. Κανείς δεν ξέρει, ή καλύρερα δεν αποκαλύπτει, πώς βρίσκονται χιλιάδες βαρελότα και φωτοβολίδες σχεδόν σε κάθε σπίτι, έτοιμα για τη μεγάλη παράσταση. Και η παράσταση αυτή -ή καλύτερα η μεγάλη κόντρα - αρχίζει από το πρωί. Γιατί κάθε σπίτι προσπαθεί να είναι όσο πιο φασαριόζικο από το διπλανό.

Μα το βαρελότα -θα μπορούσε να αναρωτηθεί κανείς -δεν είναι παράνομα; Καλή ερώτηση, ακόμα καλύτερη η απάντηση. Ο πιο ισχυρός νόμος είναι ο άγραφος νόμος, η παράδοση.

Αν όμως αυτή η παράδοση αποθαρρύνει τους φιλήσυχους, υπάρχει μια άλλη όψη της παράδοσης που τουλάχιστον θα τους εντυπωσιάσει. ¨οσο καιρό οι "κοσμικοί" φριάχνουν το βαρελότα, οι "ενορίτες" παράλληλα ετοιμάζουν τα πολύχρωμα αερόστατα. Και σ' αυτή την περίπτωση βέβαια, η κόντρα είναι αδιαμφισβήτητη, για το ποια ενορία θα έχει τα πιο πολλά, τα πιο ωραία.

Μέρες πριν, στα προαύλια των εκκλησιών μαζεύονται μικροί και μεγάλοι και αρχίζει η κατασκευή των αερόστατων κάτω από την επίβλεψη του παπά. Πολύχρωμες κόλλες χαρτιού, κολλημένες μεταξύ τους, συνθέτουν το αερόστατο. Στη βάση του στερεώνεται με καλάμι και σύρμα η "κολημάρα", θα δώσει αργότερα την ώθηση στο αερόστατο να πετάξει. Τα αερόστατα αυτά μοθράζονται στους ενορίτες και στο πρώτο άκουσμα του "Χριστός Ανέστη", οι φωτιές ανάβουν. Ένα ένα, τα αερόστατα ξεκολλάνε από τη γη, συναντιούνται στον ουρανό και όλα μαζί ξεκινούν το ταξίδι τους προς τ'αστέρια. Η παράδοση λέει πως όποιες καιρικές συνθήκες και να επικρατούν, ξαφνικά τη στιγμή αυτή επικρατεί νηνεμία. Ο ουρανός γεμίζει φωτιές, που πολλές φορές γίνονται ορατές μέχρι τις Σπέτσες. Παράλληλα, δίπλα από κάθε εκκλησία, ανάβεται ένας μεγάλος σωρός από "αφάνες", ένα είδος θάμνουν, που συμβολίζει το κάψιμο του Ιούδα.

Τόσο τα αερόστατα, όσο και τα βαρελότα και ο "Άφφανος" (δηλαδή ο Ιούδας), είναι παμπάλαια έθιμα, που οι ντόπιοι υποστηρίζουν ότι συνέβαιναν ακόμη και επί τουρκοκρατίας, όταν οι "τσάκωνες" πολεμιστές χρησιμοποιούσαν το έθιμο ως άλλοθι για να μαζέψουν εκρηκτικά. Οι παλαιότεροι μάλιστα μιλούν ακόμη το "τσακώνικα", μια παράφραση της αρχαίας δωρικής διαλέκτου. Γι αυτό και ο ταξιδιώτης, όταν μπαίνει στον κεντρικό δρόμο της πόλης, συναντά μια ταμπέλα που γράφει "Καούρ εκάνατε", δηλαδή "Καλωσήρθατε". Και οι ντόπιοι έχουν δίκιο και πάλι. Διότι, καλά θα κάνουμε να επισκευθούμε πάλι το Λεωνίδιο, όχι μόνο για τα πρωτότυπα πασχαλινά του έθιμα, αλλά και για να θαυμάσουμε το μεγευτικό τοπίο που απλώνεται γύρω μας.

Το Λεωνίδιο, χτισμένο στους πρόποδες ενός ημικυκλικού κοκκινόβραχου, χωρίζεται στα δύο από τον ποταμό Δαφνώνα, στον οποίο οφείλεται η δηιουργία μιας από τις πιο εύφορες πεδιάδες της χώρας. Το πλέον γνωστό τουριστικό φαγητό, ο μουσακάς, οφείλει πολλά σ'αυτή την πεδιάδα, καθώς εδώ παράγεται η γνωστή και μοναδική τσακώνικη μελιτζάνα. Ο ίδιος ο ποταμός, μετά από λίγο, καταλήγει στη θάλασσα. Εκεί υπάρχει και το επίνειο του Λεωνιδίου, η Πλάκα, με το γραφικό λιμάνι της πλαισιωμένο από παραδοσιακές ταβερνούλες. Σύμφωνα μάλιστα με ευρήματα ανασκαφών, η Πλάκα βρίσκεται στην ίδια θέση που κατείχε η αρχαία πόλη Βρασιές η Πρασιές.

Η ιστορία της Ελλάδας αποδεικνύει ότι έχουμε παράδοση στη διασκέδαση. Αυτό άλλωστε δικαιολογεί και την άποψη πολλών πως όλη αυτή η διαδικασία εορτασμού, που χορταίνει αφτιά και μάτια, είναι προγενέστερη της τουρκοκρατίας και έχει τις ρίζες της στις διονυσιακές γιορτές.